διάδεσις

διά-δεσις, εως, , ([etym.] διαδέω)
A bandaging, Antyll. ap. Orib.7.9.7, Heliod.ib.10.18.3 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάδεσις — bandaging fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέσει — διάδεσις bandaging fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαδέσεϊ , διάδεσις bandaging fem dat sg (epic) διάδεσις bandaging fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέσεις — διάδεσις bandaging fem nom/voc pl (attic epic) διάδεσις bandaging fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέσεσι — διάδεσις bandaging fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέσεσιν — διάδεσις bandaging fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδεσιν — διάδεσις bandaging fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέσεως — διαδέσεω̆ς , διάδεσις bandaging fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.